Η σχιζοφρένεια (schizophrenia) είναι μια ψυχική νόσος στην οποία το άτομο απομακρύνεται
από την πραγματικότητα του εξωτερικού κόσμου και ζει σε έναν φανταστικό κόσμο.
Το άτομο μπορεί να αισθάνεται διαταραχή των αισθημάτων και των συναισθημάτων,
μπερδεμένες σκέψεις και μπορεί να συμπεριφέρεται με μη φυσιολογικό τρόπο. Συνήθως
πιστεύει σε λανθασμένα ή παράλογα πράγματα (παραληρητικές ιδέες) και αντιλαμβάνεται
αισθήσεις οι οποίες στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν (ψευδαισθήσεις).
Η σχιζοφρένεια είναι πιο συχνή από όσο αντιλαμβάνονται πολλοί άνθρωποι. Στο 1% περίπου των ενηλίκων στις ανεπτυγμένες χώρες έχει διαγνωσθεί σχιζοφρένεια σε κάποιο στάδιο στη ζωή τους. Στις υπό ανάπτυξη χώρες, πιστεύεται ότι ο αριθμός είναι παρόμοιος (στις υπό ανάπτυξη χώρες δεν διαγινώσκεται κάθε περίπτωση σχιζοφρένειας εξαιτίας των ανεπαρκών συστημάτων υγείας).
Η επίπτωση της σχιζοφρένειας κυμαίνεται πιθανότατα μεταξύ των 15 και 20 νέων περιπτώσεων ανά 100.000 κατοίκους ανά έτος. Η μέγιστη επίπτωση παρατηρείται στην ηλικία μεταξύ 25 και 30 ετών. Ο επιπολασμός κυμαίνεται πιθανότατα γύρω στις 200 περιπτώσεις ανά 100.000 κατοίκους σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή. Το γεγονός ότι ο επιπολασμός είναι υψηλότερος της επίπτωσης υποδεικνύει ότι πολλοί ασθενείς υποφέρουν από σχιζοφρένεια για μακρά χρονικά διαστήματα.
Η σχιζοφρένεια μπορεί να εμφανιστεί σε όλες σχεδόν τις ηλικίες, είναι όμως πιο συχνή στην ηλικία των 20-30 ετών. Η νόσος μπορεί να εμφανιστεί ξαφνικά ή μπορεί να επέλθει σταδιακά σε διάστημα εβδομάδων ή μηνών. Η σχιζοφρένεια είναι το ίδιο συχνή σε άνδρες και γυναίκες.
Η σχιζοφρένεια είναι πιο συχνή από όσο αντιλαμβάνονται πολλοί άνθρωποι. Στο 1% περίπου των ενηλίκων στις ανεπτυγμένες χώρες έχει διαγνωσθεί σχιζοφρένεια σε κάποιο στάδιο στη ζωή τους. Στις υπό ανάπτυξη χώρες, πιστεύεται ότι ο αριθμός είναι παρόμοιος (στις υπό ανάπτυξη χώρες δεν διαγινώσκεται κάθε περίπτωση σχιζοφρένειας εξαιτίας των ανεπαρκών συστημάτων υγείας).
Η επίπτωση της σχιζοφρένειας κυμαίνεται πιθανότατα μεταξύ των 15 και 20 νέων περιπτώσεων ανά 100.000 κατοίκους ανά έτος. Η μέγιστη επίπτωση παρατηρείται στην ηλικία μεταξύ 25 και 30 ετών. Ο επιπολασμός κυμαίνεται πιθανότατα γύρω στις 200 περιπτώσεις ανά 100.000 κατοίκους σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή. Το γεγονός ότι ο επιπολασμός είναι υψηλότερος της επίπτωσης υποδεικνύει ότι πολλοί ασθενείς υποφέρουν από σχιζοφρένεια για μακρά χρονικά διαστήματα.
Η σχιζοφρένεια μπορεί να εμφανιστεί σε όλες σχεδόν τις ηλικίες, είναι όμως πιο συχνή στην ηλικία των 20-30 ετών. Η νόσος μπορεί να εμφανιστεί ξαφνικά ή μπορεί να επέλθει σταδιακά σε διάστημα εβδομάδων ή μηνών. Η σχιζοφρένεια είναι το ίδιο συχνή σε άνδρες και γυναίκες.